Τ’ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ
Τ’ αναστενάρια είναι Θρακικό λαογραφικό έθιμο και ένα ανεξήγητο γεγονός, που στηρίζεται σε ανεξήγητες ψυχικές καταστάσεις του ανθρώπου. Ως έθιμο προκαλεί δέος στον παρατηρητή αλλά και θαυμασμό για ότι συντελείται μπροστά στα μάτια του. Βλέπει δηλαδή έξαλλους ανθρώπους να κρατούν εικόνες αγίων στολισμένες με διάφορα αφιερώματα και στολίδια και να χορεύουν. Η θαυμαστή αυτή πράξη του αναστενάρη, που γίνεται με την προστασία των αγίων, τους οποίους ο λαός τιμά, πιστεύει και λατρεύει , γιατί του δίνουν δύναμη να υποστεί όλη την δοκιμασία με εγκαρτέρηση, αυτή η πράξη του λοιπόν είναι αποτέλεσμα πίστης προς τους αγίους, υποβολής και διάθεσης να τους εξυπηρετήσει ο ταπεινός άνθρωπος.
Οι αναστενάρηδες αισθάνονται ότι είναι εκλεκτά όργανα και υπηρέτες των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Από αυτούς αντλούν την δύναμη τους, από αυτούς καθοδηγούνται και ενισχύονται στο έργο τους. Είναι ένας θίασος από δώδεκα τουλάχιστον ανθρώπους, που συνεργάζονται καθοδηγούμενοι από τους άγραφους νόμους του θιάσου και του εθίμου και οδηγό έχουν τον άγιο, προστάτη και καθοδηγητή. Οι Άγιοι έχουν τη δύναμη, που την μεταγγίζουν σε αυτούς, όταν φθάνει η ώρα να υποστούν για το κοινό καλό τις δοκιμασίες που απαιτεί το έργο τους. Πάσχουν και υποφέρουν και αγωνίζονται να αποτρέψουν το κακό και να προκαλέσουν το καλό. Τα καλά και τα κακά στοιχεία περιζώνουν το χωριό τους και οι αναστενάρηδες προσπαθούν ν’ απομακρύνουν τα κακά και να προσελκύσουν τα καλά.
Ο θίασος με τους αναστενάρηδες βγαίνει στο τρίστρατο του χωριού ιεροπρεπώς με χριστιανικά και τελετουργικά στοιχεία και συνοδεύεται με μουσικά όργανα αντικρίζοντας το κακό. Πριν εμφανισθούν αγωνίζονται στο κονάκι του θιάσου, δηλαδή στο χωρικό μέγαρο του αρχιαναστενάρη, προσευχόμενοι να μυήσουν τον άγιο, να τον προσελκύσουν με την προσευχή, το χορό και το τραγούδι για να τους αναγνωρίσει ως ικανά όργανα να βγουν προς καταδίωξη του κακού.
Η προσευχή, ο χορός και το τραγούδι συνεχίζονται έως ότου οι αναστενάρηδες αισθανθούν ότι έρχεται η ώρα ν’ αποδυθούν στο δυσκολότερο έργο, που θα τους προστάξει ο άγιος, να ριχτούν δηλαδή στη φωτιά, στη θρακιά που φλογίζει. Να την ποδοπατήσουν γυμνοπόδαροι, να την κάνουν μαύρη στάχτη, να τη σβήσουν και να την εκμηδενίσουν χωρίς να πάθουν τίποτε. Στο έργο αυτό δεν χωρεί δειλία. Το σβήσιμο της φωτιάς πρέπει να συντελεσθεί θαρραλέα και να τερματιστεί αίσια, αλλιώς οι άνθρωποι αυτοί βασανίζονται ως αδύνατοι υπηρέτες του αγίου και τιμωρούνται. Και η τιμωρία είναι το ψυχικό βασάνισμα, έως ότου επανορθωθεί η αποτυχία με νέα προσπάθεια.
Το έθιμο των αναστεναρίων αρχίζει από την τέλεση του αγιασμού σε πηγαίο νερό, που αναβλύζει γάργαρο και δροσερό στο μοναστήρι. Ο ιερέας τελεί αγιασμό και αγιάζονται οι παρόντες και ραντίζονται για να αποκτήσουν ανοσία. Ακολουθεί το έθιμο της θυσίας του ζώου. Το ζώο λέγεται μπικάδι και είναι μοσχάρι νεαρό ενός ή τριών ετών (ο περιττός αριθμός είναι το αγαθό). Αγοράζεται από τον θίασο και βόσκει ελεύθερο στα λιβάδια έως την παραμονή του αγίου Κωνσταντίνου. Την παραμονή, λοιπόν, κατεβαίνοντας μόνο του σιγά – σιγά, βρίσκεται προς την είσοδο του χωριού από όπου το παραλαμβάνει η ιερή πομπή συνοδευόμενη με τα όργανα (γκάιντα, λύρα, τύμπανο). Όταν η πομπή φθάσει στο χωριό μπαίνει από το τρίστρατο και προχωρεί στην αυλή της εκκλησίας. Λέγεται ότι η μουσική επιδρά ψυχικά και στο θύμα.
Την ημέρα της εορτής του αγίου Κωνσταντίνου μετά την λειτουργία θυσιάζεται το ζώο, αφού πρώτα ο ιερέας διαβάσει τη σχετική ευχή της θυσίας. Και σαν χυθεί το αίμα του στο λάκκο, γδέρνεται, τεμαχίζεται το κρέας του και μοιράζεται σε όλους τους κατοίκους. Με την τελετή του αγιασμού και της θυσίας δίδονται στον άγιο Κωνσταντίνο δείγματα πίστης, ευλάβειας και σεβασμού.
Ο αρχιαναστενάρης προΐσταται σε όλη τη διαδικασία ως έμπειρος, σεβαστός και δοκιμασμένος για τα προσόντα του και για την ικανότητά του να πυροβατεί και να αντέχει σε μια τέτοια δοκιμασία. Ο άνθρωπος αυτός είναι μυστικοπαθής, ολιγόλογος, ευαίσθητος και τυπικός. Γνωρίζει το τυπικό του εθίμου και εκτελεί κατά γράμμα την ακολουθία. Πρώτος μπαίνει στη φωτιά και τελευταίος βγαίνει. Δεν κάνει τίποτε χωρίς την εντολή του αγίου. Το αξίωμά του δεν είναι διαδοχικό, αλλά αναδεικνύεται από τις αρετές και το έργο του. Αναστενάρης επίσης δεν γίνεται ο καθένας αλλά αυτός που έχει προδιάθεση, επιδεκτικότητα υποβολής και ψυχική δύναμη.
Το απόγευμα, λοιπόν, της 21ης Μαΐου, αρχίζει στο κανάκι η αγωνία κιαι η προσευχή μπροστά στο εικονοστάσιο όπου καίνε οι καντήλες, τρεμοσβήνουν τα κεριά και ανυψώνονται τα θυμιάματα. Το πλήθος βρίσκεται εκεί συγκεντρωμένο. Η αγωνία των αναστενάρηδων μπροστά στις εικόνες κορυφώνεται. Ο άγιος όμως τους προστατεύει. Κάποια στιγμή ο αρχιαναστενάρης δίνει το σύνθημα που παρέλαβα από τον άγιο επικοινωνώντας ψυχικά και μεταδίδει τη λέξη: φωτιά. Ο τελετάρχης το επαναλαμβάνει και από άνθρωπο σε άνθρωπο φτάνει στην πλατεία προς την είσοδο και έξοδο, δηλαδή στο σταυροδρόμι του χωριού. Ο συναυλιστής, μέλος και αυτός του θιάσου, ετοιμάζει με ξερά ξύλα και με τέχνη την πυρά και βάζει φωτιά. Οι φλόγες αρχίζουν να υψώνονται πολύ ψηλά. Με το ξύλο γίνονται κόκκινοι πύρινοι δαύλοι, που σε απόσταση πέντε μέτρων δεν μπορεί κανείς να πλησιάσει. Μόνο ο συδαυλιστής τεχνίτης της θρακιάς πλησιάζει και τακτοποιεί τα καιόμενα ξύλα, έως ότου σχηματισθεί η θρακιά, κατάλληλη πλέον να σχηματίσει ένα πύρινο αλώνι ακτίνας δύο ή τριών μέτρων κυκλικό.
Επιτέλους η πομπή βγαίνει από το κονάκι. Ο λαός περιτριγυρίζει τους αναστενάρηδες. Ξυπόλυτοι βαστούν τις εικόνες σχηματίζοντας τριγύρω έναν χορευτικό κύκλο που προχωρεί αργά - αργά τραγουδώντας το διθυραμβικό τραγούδι : «Κάτω στον άγι – Θόδωρο, στον άγι – Κωνσταντίνο». Τα όργανα συνοδεύουν και εξάπτουν τις διαθέσεις των αναστενάρηδων που χορεύουν στο δρόμο υψώνοντας τις εικόνες και βγάζοντας φωνές άναρθρες. Είναι κραυγές υστερικές από τα βάθη της ψυχής τους. Προχωρώντας χορευτικά, διανύουν την απόσταση ως το αλώνι της φωτιάς που είναι έτοιμη για τους αναστενάρηδες. Ο κόσμος συνωστίζεται γύρω τους και αυτοί φθάνοντας στο πύρινο αλώνι, ρίχνονται ξυπόλυτοι σε αυτό.
Περνούν το αλώνι σταυροειδώς και αρχίζουν γυρίζοντας πίσω να ποδοπατούν τη φωτιά και να την σκορπίζουν, ενώ τα όργανα παίζουν το σκοπό τους. Σε είκοσι λεπτά της ώρας, η φωτιά μαυρίζει, θρυμματίζεται, σκορπίζεται κάτω από τα πόδια τους και αρχίζει να σβήνει κανονικά χάνοντας τη λάμψη και τη θέρμη της. Τότε οι αναστενάρηδες με το σύνθημα του αρχιαναστενάρη, αφού έκαναν το χρέος τους να σβήσουν τη θρακιά, βγαίνουν και συντάσσονται σε μια πομπή, που με τον ίδιο πομπικό τρόπο, επιστρέφει στο κονάκι του αρχιαναστενάρη.
Εκεί αφήνουν τις εικόνες μετά από έναν χορό μπροστά στο εικονοστάσιο. αυτό είναι το κορύφωμα της δοκιμασίας. Τα πόδια των αναστενάρηδων έμειναν ανέπαφα και άθικτα. Ο λαός προσεύχεται και τραγουδάει. Τα όργανα παίζουν ακούραστα και εντατικά. Ο άγιος Κωνσταντίνος προστάτεψε τους καλούς χριστιανούς από τον κίνδυνο να πυρακτωθούν, τα κακά σκόρπισαν, οι κίνδυνοι έφυγαν.
Οι αναστενάρηδες πλένουν τα άθικτα πόδια τους και φορούν τα παπούτσια τους σαν να μην έγινε τίποτε. Την επόμενη μέρα επιστρέφουν στις δουλειές τους νιώθοντας ικανοποίηση και ευτυχία που πάτησαν θαρραλέα τη φωτιά.
Ωστόσο παραμένει άλυτο μυστήριο πώς η φωτιά ποδοπατήθηκε κι έσβησε, πως τα πόδια των αναστενάρηδων έμειναν απείραχτα και δεν κάηκαν; Ποιος θα λύσει το μυστήριο αυτό στον περίεργο και ανικανοποίητο παρατηρητή;
Για τη Θρακική Εστία Εορδαίας
Λεμονή Μαριάννα
Κρυσταλλίδης Χρυσοβέργης
|