|
ΠΡΟΞΕΝΙΑ - ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ
Όλοι οι γάμοι τον παλιόν εκείνον καιρό, μέσα στις συνθήκες μιας κλειστής ζωής με τα πατριαρχικά έθιμα, γίνονταν αποκλειστικά με συνοικέσιο. Τα κορίτσια δεν έβγαιναν την ημέρα. Στην εκκλησία πήγαιναν όταν θα κοινωνούσαν και τη νύχτα στην πρώτη Ανάσταση. Πριν ξημερώσει μια γριά ή ένας άνδρας τα πήγαινε στην εκκλησία. Σε σπίτια που υπήρχαν κορίτσια, ο επισκέπτης έπρεπε να βγει από την ίδια πόρτα που μπήκε γιατί θα χαλούσε το προξενιό...
Όταν λοιπόν οι γονιοί του παλικαριού ή της νύφης διάλεγαν κάποια νύφη ή γαμπρό, θα έβρισκαν τον κατάλληλο άνθρωπο για να κάνει την προξενιά. Ποτέ δε ρωτούσαν το κορίτσι ή ακόμα και τον νέο για την επιλογή που έκανα οι γονιοί τους. Η θέληση του πατέρα και η εξουσία στην οικογένεια ήταν απόλυτη.
Ο προξενητής θα πήγαινε στο σπίτι της υποψήφιας νύφης ή του γαμπρού τη νύχτα κρατώντας αναμμένο φανάρι, για να μη σκοντάψει στο δρόμο και χαλάσει το προξενιό. Άλλωστε όλοι ήταν προληπτικοί και δεισιδαίμονες. Σαν έμπαινε στο σπίτι, φρόντιζε πάντα να πατήσει «με το δεξί» του πόδι κι αν ήταν χειμώνας καθόταν κοντά στο τζάκι. Έφτυνε πίσω από τα δαυλιά, τα έπιανε μετά και έλεγε με το νου του «όπως πιάνε τα δαυλιά φωτιά, να πιάσ' κ' η προξενιά». Αφού συζητούσαν για την προίκα, που την έλεγαν «τράχωμα», έδιναν τα «σουμάδια», σε ένδειξη της συμφωνίας. Ήταν το δαχτυλίδι του αρραβώνα καρφιτσωμένο σε ένα μαντήλι. Αυτά από καιρό τα' χαν οι ενδιαφερόμενοι φυλαγμένα στο σεντούκι τους.
Ο προξενητής αφού έπαιρνε πρώτα τα σημάδια του γαμπρού, τα έφερνε στο σπίτι της νύφης. Στη νύφη πήγαινε ο πατέρας του γαμπρού ή ο θείος του με τον προξενητή και με ένα ακόμη άτομο για να είναι ο αριθμός μονός (το μονό αριθμό το θεωρούσαν τυχερό). Η νύφη θα φιλούσε το χέρι του προξενητή και θα έπαιρνε το σημάδι του αρραβώνα της. Ο προξενητής θα της ευχόταν το «καλορίζικο» και θα έπαιρνε και το σημάδι του αρραβώνα της νύφης για να το φέρει στο γαμπρό. Με τον ίδιο τρόπο θα γίνει η επιστροφή στο σπίτι του γαμπρού. Ακολουθούσε το ίδιο τελετουργικό, με τον υποψήφιο γαμπρό που έπαιρνε τον αρραβώνα φιλώντας το χέρι του προξενητή.
Αν δεν πετύχαινε το προξενιό, θεωρούνταν μεγάλη προσβολή. Ντροπή όμως ήταν και η διάλυση του αρραβώνα. Το είχαν μεγάλη αμαρτία κι όποιος το έκανε πίστευαν ότι θα καίγεται στην πίσσα στον άλλο κόσμο. Χαρακτηριστικά έλεγαν:
«Ένα κορίτσ' ξέκοψες μια Εκκλησιά γκρέμισες
Μια αρραβώνα χάλασες μια Εκκλησιά χάλασες»
Στο μεταξύ οι μεγάλοι αρραβώνες θα γίνονταν αργότερα για να προλάβει η νύφη να ετοιμάσει τα δώρα, τα σχετικά «κανίσκια», τα δώρα δηλαδή που θα αντάλλαζαν τα συμπεθέρια. Τα δώρα ήταν πολύ χρήσιμα για τις καθημερινές ανάγκες: πουκάμισα, κάλτσες, μαντήλια, κασκέτα, καπνοσακούλες. Τα έφτιαχναν στον αργαλειό και πολύ σπάνια τα αγόραζαν από τους πραματευτάδες.
Ο γαμπρός καλούσε πολλούς συγγενείς και φίλους και η νύφη ήταν υποχρεωμένη να προσφέρει δώρα σε όλους τους καλεσμένους του γαμπρού. Μπροστά πήγαινε ο προξενητής με τη γυναίκα του, ακολουθούσε ο γαμπρός, οι γονείς και οι συγγενείς. Ήταν μια πομπή επίσημη με τα δώρα που τα στόλιζαν με νταντέλες και κεντήματα.
Όταν έφθαναν στο σπίτι της νύφης, τα συμπεθέρια άνοιγαν τις πόρτες, οι γονείς έβγαιναν με τα αδέλφια κι άλλους συγγενείς να υποδεχτούν την οικογένεια και τους καλεσμένους του γαμπρού στη σκάλα. Μετά τα καλωσορίσματα περνούσαν στην καλή κάμαρα και καθόντουσαν γύρω στα μιντέρια βάζοντας στη μέση τα δώρα του γαμπρού.
Μετά η θεία έφερνε τη νύφη κατακόκκινη από ντροπή και με τα μάτια χαμηλωμένα. Θα καλωσορίσει τους ξένους ευγενικά και με μεγάλη συστολή θα φιλήσει το χέρι του γαμπρού, του πεθερού, της πεθεράς, του πατέρα, της μητέρας, της θείας, του θείου και όλων όσων παρευρίσκοντο εκεί, ακόμη και μικρών παιδιών για να την θυμούνται που έγινε νύφη. Όλοι θα τη φιλοδωρήσουν με νομίσματα, φλουριά, κ.λ.π.. Έπειτα θα έρθουν τα κεράσματα. Η ίδια η νύφη, βοηθούμενη από τις γυναίκες του σπιτιού, θα κεράσει όλον τον κόσμο.
Η νύφη κερνάει από το κρασί που έφερε ο γαμπρός, ξεκινώντας από τον πεθερό. Ο πεθερός εύχεται: Συμπέθερε, να τους χαιρόμαστε, να ζήσουν, να γεράσουν, καλή αγάπη να έχουν. Πίνει λίγο κρασί και ρίχνει μέσα στο ποτήρι ξένιασμα, φλουριά πεντακόσια, χίλια γρόσια. Ύστερα θα πιουν και θα ευχηθούν καλά στέφανα. Η νύφη θα βγει έξω θα φορέσει τα φλουριά και θα κεράσει γλυκό.
Μετά τα κεράσματα η θεία και μια άλλη γυναίκα θα φέρουν στη μέση του δωματίου τα δώρα της νύφης και θα αρχίσουν να τα δίνουν στον καθένα χωριστά. Στον πεθερό χαρίσματα θα είναι μαντήλι, κάλτσες και καπνοσακούλα και στην πεθερά μαντήλι, κάλτσες και φακιόλι. Στη μέση μένουν τα δώρα που δίνει η νύφη στο γαμπρό: πουκάμισο μεταξωτό, βρακοζώνα κεντημένη, χρωματιστή πλεκτή παραδοσακούλα, καπνοσακούλα λαχουρένια, ντιμπιτένια, κατιφεδένια, κάλτσες και αν ήταν χειμώνας τσουράπια, παντόφλες, τρία μαντήλια και την κουλλίκα. Στον ίδιο δίσκο που έφερε ο γαμπρός τα δώρα και η νύφη θα στείλει τα δώρα του γαμπρού.
Όλο το σόι του γαμπρού σε λίγο θα αποχωρίσει. Η νύφη στέκεται στο απάνω σκαλοκέφαλο, φιλάει τα χέρια όλων και ο καθένας της δίνει στο χέρι το ξένιασμα, που ήταν φλουρί, εικοσάρικο, σαραντάρικο ή ογδοντάρικο. Ακολουθεί το σχετικό γλέντι στο σπίτι του παλικαριού έως το πρωί ενώ το σπίτι της νύφης ησυχάζει.
Η αρραβωνιασμένη στις τρεις ημέρες που αρραβωνιάστηκε, θα βάλει τρεις φορές στο στόμα της ένα κομμάτι ζάχαρη κόκκινη και τρεις φορές θα το βγάλει, και θα μελετήσει «Όπως είναι η ζάχαρη γλυκιά, να είμαι και εγώ γλυκιά στον αρραβωνιαστικό μου». Τη ζάχαρη αυτή τη βάζουνε με κουφέτα σε κόκκινο τούλι και τη στέλνουν στο γαμπρό. Από τα κουφέτα θα φάνε και οι σπιτικοί ενώ την ζάχαρη την τρώει ο γαμπρός.
Ένα βράδυ, ύστερα από μια εβδομάδα, ο αρραβωνιαστικός με έναν δικό του μεγαλύτερο συγγενή πηγαίνει στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του για να φιλήσει το χέρι της πεθεράς και του πεθερού του. Στην πεθερά θα δώσει δώρο μισή ή μια λίρα ανάλογα με τις δυνάμεις του. Αφού καθίσουν, θα βγει η κοπέλα και θα του φιλήσει το χέρι, σέρνοντας το πόδι για να παρασύρει και τα άλλα κορίτσια να αρραβωνιαστούν. Ο γαμπρός θα της δώσει φλουρί ή δαχτυλίδι.
Τα παλιότερα χρόνια ο γαμπρός πήγαινε στο σπίτι της νύφης μια φορά το χρόνο. Ντρεπόταν ακόμα και να περάσει από το δρόμο του σπιτιού της. Οι αρραβωνιαστικοί έβλεπαν τις αρραβωνιαστικιές τους μόνο στις μεγάλες γιορτές, όταν χόρευαν κρυμμένοι πίσω από φράχτες στα αλώνια.
Οχτώ ημέρες μετά τον αρραβώνα η οικογένεια του γαμπρού αλλά και της νύφης, θα μοιράσουν κουφέτα σε όλο το χωριό. Η κοπέλα που αρραβωνιάστηκε, όχι μόνο δεν έβγαινε τις πρώτες οχτώ ημέρες καθόλου από το σπίτι της, αλλά δεν εμφανιζόταν ούτε στο παράθυρο.
Το Πάσχα και τα Χριστούγεννα ο αρραβωνιαστικός έπρεπε να στείλει το δώρο του στην αρραβωνιαστικιά του. Τα δώρα τα κουβαλούσε μια γυναίκα καλοντυμένη επάνω στο κεφάλι της και περπατούσε αργά για να θαυμάσουν όλες τα δώρα καθώς έβγαιναν στα παράθυρα. Το ίδιο γινότανε και από την πλευρά της νύφης. Ο πεθερός με την πεθερά, Χριστούγεννα, Πάσχα και ονομαστικές εορτές, έκαναν επισκέψεις για να χαιρετήσουν την νύφη ή τον γαμπρό και τα συμπεθέρια.
Ο αρραβώνας κρατούσε αρκετά χρόνια. Για έξι, επτά χρόνια η νύφη ετοίμαζε η νύφη την προίκα της και ο γαμπρός προσπαθούσε να βολευτεί επαγγελματικά.
Κλείνοντας το κεφάλαιο των αρραβώνων, σημειώνουμε πως οι προξενιές δε γίνονταν ποτέ την Τρίτη και τις άλλες αποφράδες ημέρες, όπως στις 13 του μήνα, ούτε και στη χάση του φεγγαριού.
Για τη Θρακική Εστία Εορδαίας
Λεμονή Μαριάννα
Κρυσταλλίδης Χρυσοβέργης
|